Σοβαρά ερωτήματα για τη δημοκρατική νομιμοποίηση και την αντιπροσωπευτικότητα του νέου εκλογικού συστήματος στην Τοπική Αυτοδιοίκηση θέτει η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, λίγες ώρες πριν από την ψήφιση του νέου Κώδικα Αυτοδιοίκησης.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το νέο μοντέλο ως εργαλείο σταθερότητας και κυβερνησιμότητας, καταργώντας τον δεύτερο γύρο και μειώνοντας το όριο εκλογής δημάρχων και περιφερειαρχών στο 42%. Ωστόσο, οι ίδιοι οι επιστημονικοί σύμβουλοι της Βουλής καταγράφουν σοβαρές ενστάσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα εκφράζεται η λαϊκή βούληση.

Η ανάλυση της Υπηρεσίας δεν αμφισβητεί τη δυνατότητα του νομοθέτη να μεταρρυθμίσει το εκλογικό σύστημα της Αυτοδιοίκησης. Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι η ανάγκη διασφάλισης σταθερών διοικήσεων και αποτελεσματικής λειτουργίας των δήμων και των περιφερειών αποτελεί θεμιτό δημόσιο σκοπό. Ωστόσο, επισημαίνει ότι οι συγκεκριμένες επιλογές του νομοσχεδίου αποκλίνουν αισθητά από τα διεθνώς εφαρμοζόμενα μοντέλα εναλλακτικής ψήφου, γεγονός που γεννά σοβαρούς προβληματισμούς ως προς τη συμβατότητά τους με τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές.
Το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο
Η έκθεση υπενθυμίζει ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει ήδη κρίνει συνταγματική την εκλογή δημάρχου από τον πρώτο γύρο με ποσοστό άνω του 42%.
Με την απόφαση Ολομέλειας ΣτΕ 3684/2009 κρίθηκε ότι το συγκεκριμένο όριο μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη διασφάλισης της συνοχής και της σταθερότητας των δημοτικών αρχών. Το ανώτατο δικαστήριο είχε θεωρήσει ότι ένας συνδυασμός που συγκεντρώνει μόνος του το 42% διαθέτει επαρκή πολιτική βάση και δεν εξαρτάται από μεταγενέστερες ευκαιριακές συμμαχίες μεταξύ των δύο γύρων.
Παράλληλα, η ίδια νομολογία είχε δεχθεί ότι η παροχή πλειοψηφίας 3/5 των εδρών στον επιτυχόντα συνδυασμό δεν παραβιάζει τις αρχές της ισότητας της ψήφου και της ευρύτερης λαϊκής εκπροσώπησης, ακριβώς επειδή συνδέεται με ένα σημαντικό ποσοστό λαϊκής στήριξης.
Η Επιστημονική Υπηρεσία όμως υπενθυμίζει ότι ακόμη και τότε είχε διατυπωθεί ισχυρή μειοψηφία δικαστών, οι οποίοι υποστήριζαν ότι η λειτουργικότητα των δήμων μπορούσε να εξασφαλιστεί και χωρίς τόσο μεγάλη απόκλιση από την αρχή της αναλογικής εκπροσώπησης.
Γιατί η εναλλακτική ψήφος θεωρείται διεθνώς αποδεκτή
Η έκθεση αφιερώνει σημαντικό μέρος της ανάλυσης στη διεθνή εμπειρία, προκειμένου να εξετάσει αν το ελληνικό μοντέλο κινείται εντός των ορίων που έχουν διαμορφωθεί σε άλλες δημοκρατίες.
Στις περισσότερες χώρες όπου εφαρμόζονται συστήματα εναλλακτικής ψήφου, ο ψηφοφόρος δεν επιλέγει μόνο μία δεύτερη προτίμηση, αλλά κατατάσσει διαδοχικά περισσότερους υποψηφίους ή συνδυασμούς.
Το σύστημα αυτό, γνωστό διεθνώς ως Ranked Choice Voting (RCV) ή Instant Runoff Voting (IRV), επιτρέπει τη σταδιακή μεταφορά των ψήφων μέχρι να αναδειχθεί ο υποψήφιος που συγκεντρώνει την απόλυτη ή τη μεγαλύτερη δυνατή πλειοψηφία.
Η λογική του συστήματος είναι ότι ακόμη και όταν αποκλείεται ο αρχικός υποψήφιος ενός εκλογέα, η ψήφος του εξακολουθεί να επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα μέσω των επόμενων προτιμήσεών του. Έτσι επιτυγχάνεται:
- ευρύτερη αντιπροσωπευτικότητα,
- ισχυρότερη δημοκρατική νομιμοποίηση,
- μεγαλύτερη συναίνεση,
- περιορισμός της πόλωσης,
- ενθάρρυνση προγραμματικών συγκλίσεων.
Τα παραδείγματα των ΗΠΑ και της Ιρλανδίας
Η έκθεση αναφέρεται ιδιαίτερα στην εμπειρία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Τα τελευταία χρόνια το σύστημα Ranked Choice Voting εφαρμόζεται σε σειρά τοπικών εκλογών, αλλά και σε εκλογές πολιτειακού επιπέδου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αλάσκα, όπου χρησιμοποιείται ακόμη και για την εκλογή μελών του ομοσπονδιακού Κογκρέσου. Η συνταγματικότητα του συστήματος επικυρώθηκε το 2022 από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αλάσκας.
Αντίστοιχα, στην Ιρλανδία λειτουργεί εδώ και δεκαετίες το σύστημα της «μοναδικής μεταβιβαζόμενης ψήφου», το οποίο θεωρείται μία από τις πιο ώριμες μορφές εναλλακτικής ψηφοφορίας παγκοσμίως. Οι ψηφοφόροι κατατάσσουν τους υποψηφίους κατά σειρά προτίμησης, επιτρέποντας τη διατήρηση της επιρροής της ψήφου τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καταμέτρησης.
Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των συστημάτων είναι ότι επιδιώκουν να εξασφαλίσουν ότι ο τελικός νικητής απολαμβάνει τη μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική αποδοχή.
Η βρετανική εμπειρία και τα προβλήματα που ανέδειξε
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Εκεί εφαρμόστηκε σε ορισμένες περιπτώσεις ένα σύστημα που προσεγγίζει περισσότερο την ελληνική πρόταση, καθώς παρέχει στον ψηφοφόρο μόνο μία πρόσθετη επιλογή δεύτερης προτίμησης.
Η ίδια η διεθνής βιβλιογραφία που επικαλείται η έκθεση καταγράφει ότι το συγκεκριμένο μοντέλο έχει δεχθεί έντονη κριτική επειδή μεγάλος αριθμός ψήφων δεν μεταφέρεται τελικά σε κανέναν από τους επικρατέστερους υποψηφίους και ουσιαστικά χάνεται.
Το αποτέλεσμα είναι ότι συχνά οι εκλεγμένοι δήμαρχοι δεν διαθέτουν απόλυτη πλειοψηφία κοινωνικής υποστήριξης. Μάλιστα, η πρόσφατη βρετανική εμπειρία κατέγραψε περιπτώσεις εκλογής δημάρχων με ποσοστά ακόμη και 25% ή 28%, γεγονός που επανέφερε τη συζήτηση για την επάρκεια της δημοκρατικής νομιμοποίησης τέτοιων αποτελεσμάτων.

Οι δύο βασικές συνταγματικές ενστάσεις
Η Επιστημονική Υπηρεσία θεωρεί ότι το ελληνικό μοντέλο διαφοροποιείται από τα διεθνή πρότυπα σε δύο κρίσιμα σημεία.
Πρώτη ένσταση: Αποκλείονται ψηφοφόροι από την τελική κρίση
Στα περισσότερα συστήματα εναλλακτικής ψήφου ο εκλογέας μπορεί να δηλώσει πολλές διαδοχικές προτιμήσεις.
Στην ελληνική πρόταση παρέχεται μόνο μία εναλλακτική επιλογή.
Αυτό σημαίνει ότι αν ο συνδυασμός που επιλέχθηκε ως δεύτερη προτίμηση δεν περιλαμβάνεται στους δύο επικρατέστερους, η ψήφος παύει να επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα.
Η Επιστημονική Υπηρεσία επισημαίνει ότι έτσι ένα σημαντικό ποσοστό εκλογέων ενδέχεται να αποκλειστεί ουσιαστικά από το δεύτερο στάδιο καταμέτρησης, όχι επειδή το επέλεξε, αλλά επειδή δεν μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων ποιοι θα είναι οι δύο τελικοί διεκδικητές.
Αυτό δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με:
- την πληρότητα της έκφρασης της λαϊκής βούλησης,
- τη διαφάνεια του εκλογικού ανταγωνισμού,
- την ισότητα της εκλογικής επιρροής,
- τη συμβατότητα του μέτρου με την αρχή της αναλογικότητας.
Με άλλα λόγια, τίθεται το ερώτημα αν η απώλεια πολιτικής βαρύτητας χιλιάδων ψήφων αποτελεί αναγκαίο και ανάλογο τίμημα για την επίτευξη της επιδιωκόμενης κυβερνησιμότητας.
Δεύτερη ένσταση: Πιθανή εκλογή με ανεπαρκή λαϊκή νομιμοποίηση
Η δεύτερη και ίσως σοβαρότερη επιφύλαξη αφορά τη δημοκρατική νομιμοποίηση του νικητή.
Η έκθεση παρατηρεί ότι το νέο σύστημα δεν εγγυάται ότι ο επιτυχών συνδυασμός θα φτάσει το όριο του 42%, το οποίο ο ίδιος ο νομοθέτης θεωρεί επαρκές για αυτοδύναμη πολιτική νομιμοποίηση.
Εάν οι δύο πρώτοι συνδυασμοί εμφανίσουν χαμηλά ποσοστά στον πρώτο γύρο και οι εναλλακτικές ψήφοι διασπαστούν, ο νικητής μπορεί να εκλεγεί με αισθητά χαμηλότερη εκλογική δύναμη.
Κατά την Επιστημονική Υπηρεσία, αυτό δημιουργεί ένα ζήτημα «εσωτερικής αντίφασης» του ίδιου του συστήματος: ενώ το 42% προβάλλεται ως αναγκαίο όριο για την απευθείας εκλογή, τελικά μπορεί να αναδειχθεί δήμαρχος ή περιφερειάρχης πρόσωπο που δεν διαθέτει ούτε αυτή τη βάση κοινωνικής στήριξης.
Το πρόβλημα καθίσταται ακόμη πιο έντονο επειδή ο συνδυασμός αυτός εξακολουθεί να λαμβάνει το μπόνους των 3/5 των εδρών του συμβουλίου, αποκτώντας ισχυρή θεσμική πλειοψηφία χωρίς αντίστοιχα ισχυρή εκλογική πλειοψηφία.
Συμπέρασμα
Η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής δεν απορρίπτει την ιδέα της εναλλακτικής ψήφου. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι τέτοια συστήματα εφαρμόζονται επιτυχώς σε πολλές δημοκρατίες και μπορούν να συμβάλουν στη σταθερότητα και στη συναίνεση.
Εκείνο που υπογραμμίζει είναι ότι η ελληνική εκδοχή αποκλίνει ουσιωδώς από τα διεθνή πρότυπα που έχουν αναπτυχθεί στις ΗΠΑ, στην Ιρλανδία και σε άλλες χώρες. Οι αποκλίσεις αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν την αντιπροσωπευτικότητα του αποτελέσματος, να περιορίσουν την ισότιμη συμμετοχή των εκλογέων και να δημιουργήσουν ζητήματα συνταγματικής συμβατότητας υπό το πρίσμα των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας, της δημοκρατικής νομιμοποίησης και της αναλογικότητας.





