Ανάπλαση ή ομολογία αποτυχίας; Τα ερωτήματα πίσω από το σχέδιο Τομπούλογλου
Η μελέτη μιλά για εγκατάλειψη, χαμηλό φωτισμό και «βιοκλιματική» παρέμβαση, αλλά προβλέπει δαπανηρές αλλαγές χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με κατοίκους και περιοίκους για την αναγκαιότητα των παρεμβάσεων.
Στο παρόν άρθρο παρουσιάζεται η σημερινή κατάσταση του φωτισμού στην πλατεία Κωνσταντινουπόλεως, όπως αυτή αποτυπώνεται στην πράγματικότητα, ενώ στις σχετικές φωτογραφίες σημειώνονται τα υφιστάμενα φωτιστικά σώματα με τον μεταλλικό ιστό που πρόκειται να αντικατασταθούν στο πλαίσιο της μελέτης ανάπλασης.

Κάθε μεγάλη παρέμβαση στον δημόσιο χώρο οφείλει πρώτα να απαντά σε ένα βασικό ερώτημα: είναι πραγματικά αναγκαία και χρήσιμη για τους κατοίκους; Αυτό ακριβώς δεν έγινε στην περίπτωση της μελέτης ανάπλασης κοινόχρηστων χώρων της διοίκησης Τομπούλογλου. Αντί να προηγηθεί ουσιαστική διαβούλευση με τους δημότες, τους περιοίκους και τους επαγγελματίες της περιοχής, η συζήτηση επιχειρείται εκ των υστέρων, όταν πλέον οι αποφάσεις έχουν ληφθεί και η δημοπράτηση του έργου προωθείται κανονικά.
Η στάση αυτή δεν είναι τυχαία. Αποκαλύπτει μια διοίκηση που δείχνει να μην αντέχει ούτε τον δημόσιο διάλογο ούτε τη διαφορετική άποψη των πολιτών. Γιατί μια πραγματικά χρήσιμη και αναγκαία ανάπλαση δεν φοβάται την κριτική· αντίθετα, την επιδιώκει ώστε να βελτιωθεί. Εκτός αν ο στόχος είναι απλά η εργολαβία.

Η ίδια η μελέτη περιγράφει ως λόγους που καθιστούν «αναγκαία» την ανάπλαση την έλλειψη επαρκούς φωτισμού, την απουσία αστικού εξοπλισμού, την κακή κατάσταση των δαπεδοστρώσεων, την «άναρχη χωροθέτηση» του πρασίνου, την έλλειψη σκίασης, αλλά και την ανάγκη αντιμετώπισης της θερμικής νησίδας. Με άλλα λόγια, το ίδιο το κείμενο της μελέτης αποτελεί έμμεση παραδοχή ότι επί χρόνια οι κοινόχρηστοι χώροι είτε εγκαταλείφθηκαν είτε δεν συντηρήθηκαν επαρκώς.

Ας ξεκινήσουμε όμως από το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: την αλλαγή των φωτιστικών στην πλατεία Κωνσταντινουπόλεως. Και πριν το κόστος αντικατάστασης ας δούμε την ανακαιότητα.
Υπάρχει άραγε έστω ένας συμπολίτης που να θεωρεί ότι η πλατεία πάσχει από χαμηλό φωτισμό; Η πραγματικότητα που βιώνουν οι κάτοικοι είναι ακριβώς η αντίθετη. Ο φωτισμός στην πλατεία βρίσκεται ήδη στα όρια — αν δεν έχει ξεπεράσει — της φωτορύπανσης. Η υπερβολική ένταση φωτός αλλοιώνει τον χαρακτήρα της πλατείας και επιβαρύνει την καθημερινότητα των περιοίκων.
Κι όμως, η μελέτη επικαλείται «έλλειψη επαρκούς φωτισμού» για να δικαιολογήσει την αντικατάσταση των φωτιστικών. Εδώ όμως προκύπτει ένα ακόμη σοβαρό ερώτημα: αν πράγματι ο φωτισμός θεωρείται ανεπαρκής, γιατί τα νέα φωτιστικά προβλέπεται να είναι 33 watt, όταν τα σημερινά είναι 45 watt; Πώς ακριβώς τεκμηριώνεται ότι μειωμένη ισχύς σημαίνει καλύτερος φωτισμός;

Οι απορίες γίνονται ακόμη μεγαλύτερες όταν εξετάζει κανείς το κόστος αντικατάστασης και την επιλογή συγκεκριμένης μάρκας φωτιστικών. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι το σχετικό άρθρο του δημοτικού συμβούλου Ηλία Τάφα, το οποίο θέτει κρίσιμα ερωτήματα για το οικονομικό αντικείμενο της παρέμβασης.
Έγραψε χαρακτηριστικά ο Ηλίας Τάφας :“Το κόστος κάθε φωτιστικού ανέρχεται στα 1300€ + ΦΠΑ μαζί με το στύλο. Ακόμα και αν αφαιρεθεί η τιμή του στύλου, το φωτιστικό από μόνο του κοστίζει τουλάχιστον 1000€ + ΦΠΑ το καθένα! Και μιλάμε για ένα φωτιστικό 33W, 3600lm που θα αντικαταστήσει ένα σχεδόν καινούργιο φωτιστικό 45W, 5000lm που κόστισε 650€ + ΦΠΑ.”
Γιατί τελικά οι δημότες έχουν την αίσθηση ότι «μας αλλάζουν τα φώτα» — θέλουμε δεν θέλουμε.
Στα επόμενα άρθρα θα υπάρξει αναλυτική αναφορά και σε άλλα ζητήματα της μελέτης και της διακήρυξης, τα οποία επίσης χρήζουν διερεύνησης και δημόσιας συζήτησης.





