
Η διοίκηση Τομπούλογλου συνεχίζει με αμείωτο ρυθμό την πρακτική των απευθείας αναθέσεων, επιβεβαιώνοντας μια αντίληψη διοίκησης που περιορίζει τον ανταγωνισμό και απομακρύνει τη διαφάνεια από τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.
Μέσα σε λίγες μόνο ημέρες εγκρίθηκαν ή προωθήθηκαν ενέργειες για υπηρεσίες και εργασίες δεκάδων χιλιάδων ευρώ, όλες με διαδικασίες που κινούνται στα όρια ή εντός του πλαισίου της απευθείας ανάθεσης. Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν αφορά μία μεμονωμένη περίπτωση, αλλά μια σταθερή διοικητική πρακτική.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η «Συντήρηση συντριβανιών του Δήμου» ύψους 29.000 ευρώ, η «Συντήρηση Παιδικών Χαρών» με προϋπολογισμό 37.200 ευρώ βάσει της Α.Μ. 47/2026, καθώς και η «Παροχή Υπηρεσιών Συμβούλου για τη μείωση του ενεργειακού κόστους των κτιριακών υποδομών του Δήμου μέσω Σύμβασης Ενεργειακής Απόδοσης» ύψους 36.688,13 ευρώ με βάση την Α.Μ. 53/2026.
Την ίδια στιγμή, εγκρίνεται νέα υπηρεσία συμβουλευτικού χαρακτήρα για τη διαχείριση συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, συνολικού ποσού 29.760 ευρώ, με αναφορά στις τεχνικές προδιαγραφές Α.Μ. 43/2026. Πρόκειται για ακόμη μία εξωτερική ανάθεση υποστηρικτικών υπηρεσιών, την ώρα που οι δημότες αναρωτιούνται αν ο Δήμος διαθέτει επαρκείς υπηρεσιακούς μηχανισμούς ή αν η διοίκηση έχει επιλέξει ως κανόνα τη συνεχή προσφυγή σε εξωτερικούς συνεργάτες.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο το ύψος των ποσών. Είναι ότι η επαναλαμβανόμενη καταχρηστική χρήση διαδικασιών απευθείας ανάθεσης περιορίζει τον ανοικτό ανταγωνισμό, αποκλείει τη δυνατότητα συμμετοχής περισσότερων επαγγελματιών και στερεί από τον Δήμο τη δυνατότητα καλύτερων οικονομικών προσφορών προς όφελος των πολιτών.
Η διαφάνεια δεν εξαντλείται στη γενική νομιμότητα μιας απόφασης. Απαιτεί πραγματικό ανταγωνισμό, ανοικτές διαδικασίες και καθαρούς όρους διαχείρισης των χρημάτων των δημοτών. Και σε αυτό το πεδίο, η διοίκηση Τομπούλογλου οφείλει σοβαρές απαντήσεις.




