
Η πρώτη ψηφοφορία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν ήταν απλώς μια κοινοβουλευτική διαδικασία. Ήταν ένα πολιτικό crash test για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και το αποτέλεσμα δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί επιτυχία. Καμία από τις 33 κυβερνητικές προτάσεις δεν συγκέντρωσε τις 180 ψήφους που θα σηματοδοτούσαν μια στοιχειώδη διακομματική συναίνεση. Αντίθετα, η Νέα Δημοκρατία διαπίστωσε ότι, ακόμη και όταν επιχειρεί να αναθεωρήσει τον θεμελιώδη νόμο του κράτους, παραμένει πολιτικά απομονωμένη.
Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή η συνταγματική αναθεώρηση, από τη φύση της, προϋποθέτει συναινέσεις. Δεν αποτελεί πεδίο κυβερνητικής επίδειξης ισχύος ούτε εργαλείο προεκλογικής αντιπαράθεσης. Ωστόσο, το Μέγαρο Μαξίμου αντιμετώπισε τη διαδικασία περισσότερο ως ευκαιρία να εγγράψει στο Σύνταγμα τις βασικές ιδεολογικές επιλογές της Νέας Δημοκρατίας παρά ως μια προσπάθεια οικοδόμησης ενός νέου θεσμικού συμβολαίου με ευρύτερη αποδοχή.
Οι επιλογές αυτές είχαν σαφές νεοφιλελεύθερο πρόσημο. Η αναθεώρηση του άρθρου 103 άνοιξε ξανά τη συζήτηση για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων μέσω της αξιολόγησης. Η αλλαγή του άρθρου 16 επιχειρεί να συνταγματοποιήσει τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, χωρίς καν την ασφαλιστική δικλείδα του μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Ο δημοσιονομικός «κόφτης», οι συνταγματικές εγγυήσεις για τις στρατηγικές επενδύσεις και οι παρεμβάσεις στο άρθρο 24 για το περιβάλλον και τις χρήσεις γης συμπληρώνουν ένα πακέτο επιλογών που παραπέμπει περισσότερο σε κυβερνητικό πρόγραμμα παρά σε συνταγματική μεταρρύθμιση.
Δεν είναι λοιπόν παράδοξο ότι οι προτάσεις αυτές δεν βρήκαν συμμάχους. Αντί να αναζητήσει σημεία σύγκλισης με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, η κυβέρνηση επέλεξε τη μετωπική σύγκρουση, επιχειρώντας να εμφανίσει όποιον διαφωνεί ως αρνητή των μεταρρυθμίσεων. Όμως η αριθμητική της Βουλής αποδείχθηκε αμείλικτη. Οι επιπλέον ψήφοι που εξασφάλισε η ΝΔ δεν προήλθαν από τον χώρο της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, αλλά σχεδόν αποκλειστικά από ανεξάρτητους βουλευτές που προέρχονται από τους «Σπαρτιάτες» και την Ελληνική Λύση. Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερο πολιτικό συμβολισμό: όταν η κυβέρνηση αναζήτησε ευρύτερη στήριξη για τις συνταγματικές της επιλογές, τη βρήκε μόνο στα δεξιά της.
Ακόμη και στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, όμως, η εικόνα δεν ήταν αρραγής. Η απόσυρση της πρότασης για το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, ύστερα από έντονες αντιδράσεις «γαλάζιων» βουλευτών, αλλά και οι δημόσιες διαφοροποιήσεις για τη θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας, έδειξαν ότι ούτε η ίδια η κυβερνητική παράταξη αντιμετώπισε ως αυτονόητες όλες τις επιλογές του Μεγάρου Μαξίμου.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση απέφυγε να συγκρουστεί με τις πραγματικές παθογένειες του πολιτικού συστήματος. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών. Παρά τη διάχυτη κοινωνική απαίτηση να πάψει η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία να λειτουργεί ως φίλτρο για τη δικαστική διερεύνηση κυβερνητικών στελεχών, η Νέα Δημοκρατία διατήρησε τον αποφασιστικό ρόλο της Βουλής. Με άλλα λόγια, επέλεξε να αφήσει σχεδόν ανέγγιχτο έναν θεσμό που έχει ταυτιστεί στη συνείδηση των πολιτών με την ατιμωρησία της πολιτικής εξουσίας.
Η στάση του ΠΑΣΟΚ, με το «παρών» σε σειρά άρθρων, αξιοποιήθηκε από την κυβέρνηση για να μεταφερθεί η συζήτηση στην αντιπολίτευση. Στην πραγματικότητα, όμως, το πολιτικό πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Όταν ακόμη και κόμματα που συμφωνούν επί της αρχής με την ανάγκη αναθεώρησης αρκετών διατάξεων αρνούνται να συνυπογράψουν το κυβερνητικό σχέδιο, αυτό δείχνει ότι η αποτυχία δεν οφείλεται μόνο στις κομματικές ισορροπίες, αλλά κυρίως στις ίδιες τις επιλογές της κυβέρνησης.
Η χθεσινή ψηφοφορία απέδειξε ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όχι όμως και την πολιτική ηγεμονία που απαιτείται για να μεταβάλει τους κανόνες του πολιτεύματος. Η απόπειρα να μετατραπεί η Συνταγματική Αναθεώρηση σε όχημα συνταγματικής κατοχύρωσης μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής ατζέντας προσέκρουσε στα όρια της ίδιας της πολιτικής πραγματικότητας. Και όσο η κυβέρνηση επιμένει να αντιμετωπίζει το Σύνταγμα ως προέκταση του κυβερνητικού της προγράμματος, τόσο οι αναγκαίες συναινέσεις θα παραμένουν άπιαστος στόχος.




