
Η νέα εξέλιξη είναι αποκαλυπτική ως προς ένα πράγμα: η προκήρυξη που δημοσιεύθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2026 ανακαλείται.
Με την απόφαση 653/2026, ο Δήμαρχος Ιωάννης Τομπούλογλου επικαλείται «τυπικούς λόγους που αφορούν τη νομιμότητα της προκήρυξης» και ανακοινώνει την έκδοση νέας. Στα έγγραφα που έλαβε υπόψη ο Δήμος βρίσκεται και το υπ’ αριθμ. 140/16-09-2026 έγγραφο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Μέχρι εδώ, θα μπορούσε να θεωρηθεί μια συνηθισμένη διοικητική διόρθωση.
Μόνο που δεν είναι η πρώτη.
Η ιστορία έχει ήδη ένα προηγούμενο
Στις 12 Αυγούστου 2026 είχε εκδοθεί άλλη προκήρυξη για την ίδια ακριβώς θέση. Και αυτή ανακλήθηκε.
Με την απόφαση 533/2026, ο Δήμος επικαλείται το έγγραφο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά της 19ης Αυγούστου και ανακαλεί την προκήρυξη της 12ης Αυγούστου.
Και δεν μένει εκεί.
Η νέα προκήρυξη που θα ακολουθούσε έπρεπε, όπως αναφέρει ρητά η απόφαση, να προβλέπει δικαίωμα συμμετοχής όλων των δικηγόρων, ανεξαρτήτως του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίο είναι εγγεγραμμένοι.
Έτσι φτάσαμε στη δεύτερη προκήρυξη, της 10ης Σεπτεμβρίου.
Και τώρα, ούτε αυτή ισχύει.

Δύο φορές το ίδιο έργο
Εδώ πλέον υπάρχει ένα πολύ απλό ερώτημα: πόσες φορές πρέπει να ανακληθεί μια προκήρυξη για μία θέση ώστε να θεωρηθεί ότι ο Δήμος έχει ελέγξει σωστά τη διαδικασία;
Δεν μιλάμε για δύο διαφορετικές προσλήψεις. Μιλάμε για μία θέση.
Δεν μιλάμε για ένα τυχαίο λάθος που διορθώθηκε αμέσως. Μιλάμε για μία πρώτη προκήρυξη, μία ανάκληση μετά από παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, μία δεύτερη προκήρυξη και τώρα μία δεύτερη ανάκληση μετά από έγγραφο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Και όλα αυτά μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ότι «η διοίκηση διορθώνει τα λάθη της». Το ζήτημα είναι ποιος ελέγχει τις προκηρύξεις πριν αυτές βγουν στον αέρα.
Γιατί αν χρειάζεται κάθε φορά ένας δικηγορικός σύλλογος να υποδεικνύει προβλήματα και μετά ο Δήμος να ανακαλεί την προκήρυξη, τότε εύλογα προκύπτει το ερώτημα αν υπάρχει επαρκής προληπτικός νομικός έλεγχος.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη.
Όταν πρόκειται για μία και μοναδική θέση, κάθε διατύπωση, κάθε προϋπόθεση και κάθε περιορισμός έχει σημασία. Η πρώτη ανάκληση οδήγησε μάλιστα σε ρητή αλλαγή ως προς το ποιοι δικηγόροι θα μπορούσαν να συμμετάσχουν. Η δεύτερη ανάκληση αφήνει πλέον ανοιχτό το ερώτημα: τι ήταν αυτό που δεν είχε διορθωθεί στην προηγούμενη προσπάθεια;
Αυτό είναι που πρέπει να απαντήσει η δημοτική αρχή.
Όχι με γενικόλογες αναφορές σε «τυπικούς λόγους». Αλλά με σαφήνεια.
Ποιο ήταν το πρόβλημα στην πρώτη προκήρυξη; Τι διορθώθηκε; Γιατί η δεύτερη προκήρυξη κρίθηκε επίσης προβληματική ως προς τη νομιμότητά της; Και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για το γεγονός ότι μια διαδικασία που ξεκίνησε πριν από μήνες βρίσκεται ακόμη στο σημείο μηδέν;
Κανείς δεν υποστηρίζει ότι η ανάκληση μιας διοικητικής πράξης είναι από μόνη της μεμπτή. Το αντίθετο: όταν υπάρχει πρόβλημα νομιμότητας, η διόρθωση είναι επιβεβλημένη.
Αλλά δύο ανακλήσεις για την ίδια θέση, μετά από παρεμβάσεις δύο διαφορετικών Δικηγορικών Συλλόγων, δεν είναι κάτι που μπορεί απλώς να προσπεραστεί ως λεπτομέρεια γραφειοκρατίας.
Και ασφαλώς δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι υπήρξε «φωτογραφική» προκήρυξη.
Δημιουργεί όμως ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα: ήταν εξαρχής σχεδιασμένη η διαδικασία με τρόπο πραγματικά ανοιχτό, αντικειμενικό και νόμιμο ή χρειάστηκαν δύο παρεμβάσεις απ’ έξω για να διορθωθεί στην πορεία;
Τώρα η μπάλα βρίσκεται στο γήπεδο της δημοτικής αρχής.
Η τρίτη προκήρυξη δεν χρειάζεται απλώς να είναι νόμιμη στα χαρτιά.
Χρειάζεται να είναι τέτοια ώστε να μην αφήνει την παραμικρή σκιά για το ποιον ευνοεί, ποιον αποκλείει και με ποια κριτήρια.
Γιατί μετά από δύο ανακλήσεις, το ζητούμενο δεν είναι άλλη μία προκήρυξη.
Το ζητούμενο είναι να υπάρξει, επιτέλους, μία διαδικασία που να αντέχει στον έλεγχο.




