Ο Ποδονίφτης και η μάχη για τα τελευταία ανοιχτά ρέματα της Αττικής

2

Ο Ποδονίφτης, το φυσικό όριο ανάμεσα στη Νέα Φιλαδέλφεια και τα Άνω Πατήσια, είναι ένα από τα τελευταία ζωντανά ποτάμια της Αττικής που εξακολουθούν να διατηρούν τμήματα της φυσικής τους κοίτης. Με αφετηρία αυτό το πολύτιμο αλλά ελάχιστα γνωστό οικοσύστημα, η Χημικός Μηχανικός και σύμβουλος Τοπικής Αυτοδιοίκησης Δέσποινα Σπανούδη, σε άρθρο της που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΕΠΟΧΗ, αναδεικνύει τη σημασία των αστικών ρεμάτων, τις συνέπειες της διαχρονικής υποβάθμισής τους και τους αγώνες των πολιτών για τη διάσωση όσων απέμειναν. Πρόκειται για ένα επίκαιρο αφιέρωμα που συνδέεται άμεσα με την περιοχή μας και τη συζήτηση για το μέλλον του Ποδονίφτη. Αναδημοσιεύουμε ολόκληρο το άρθρο  εφημερίδας ΕΠΟΧΗ.

της Δέσποινας Σπανούδη*

Πόσοι γνωρίζουν ότι το φυσικό όριο ανάμεσα στα Άνω Πατήσια και τη Νέα Φιλαδέλφεια είναι ένα κατάφυτο ποτάμι με πάπιες, πουλιά και ψάρια; Ένα ποτάμι που ξεκινάει από την Πεντέλη, διασχίζει το Χαλάνδρι, συνεχίζεται κατά τμήματα υπόγεια, διασχίζει με φυσική μορφή σε πολύ καλή κατάσταση τη Φιλοθέη, γίνεται υπόγειος οχετός στη Νέα Ιωνία, επανεμφανίζεται στη Νέα Φιλαδέλφεια για περίπου 750 μέτρα στη φυσική του κοίτη μέχρι τη Νέα Χαλκηδόνα, περνάει κάτω από την Αχαρνών, εμφανίζεται πάλι αλλά με τη μορφή ανοιχτού οχετού για να πέσει λίγο μετά στον εγκιβωτισμένο Κηφισό. 

Ελάχιστοι το γνωρίζουν ή το έχουν επισκεφθεί. Γιατί όλα τα ποτάμια και τα ρέματα της Αθήνας αντιμετωπίστηκαν διαχρονικά ως ενόχληση, αποδέκτες ρύπανσης, εστίες κουνουπιών, οχετοί απορροής ομβρίων, ευκαιρίες για μπάζωμα και «αξιοποίηση» του χώρου που προκύπτει για δρόμους, πλατείες, σχολεία, ιδιωτικά κτίρια. Τα μεγαλύτερα ποτάμια της Αθήνας, ο Ιλισός από τον Υμηττό και ο Κηφισός από την Πάρνηθα και την Πεντέλη, εξαφανίστηκαν, στερώντας την Αθήνα από τη φυσική αντιπλημμυρική της προστασία και από χώρους ανεκτίμητης οικολογικής και αισθητικής αξίας.

Η ανυπολόγιστη οικολογική σημασία των ρεμάτων

Τα ρέματα, είτε έχουν νερό όλο τον χρόνο είτε η ροή τους διακόπτεται, έχουν τεράστια αξία ειδικά μέσα σε αστικό ιστό. Δεδομένου ότι συγκρατούν πάντα υγρασία, φιλοξενούν δέντρα, πλούσια παρόχθια βλάστηση, άγρια πανίδα (αμφίβια, ερπετά, μικρά θηλαστικά, πτηνά και ψάρια) και αποτελούν στάσεις για τα αποδημητικά πουλιά. Συμβάλλουν στον δροσισμό της πόλης, τη βελτίωση του μικροκλίματος και τον περιορισμό της αστικής θερμικής νησίδας, ενώ παράλληλα βοηθούν και στην κατακράτηση των ατμοσφαιρικών ρύπων. Επίσης λειτουργούν ως οικολογικοί διάδρομοι μέσα στον κατακερματισμένο αστικό χώρο συνδέοντας τα ορεινά οικοσυστήματα με την παράκτια ζώνη. Τέλος, αποτελούν την κύρια τροφοδοσία των υπόγειων υδροφορέων.

Όταν τα ρέματα εξαφανίζονται, το νερό επιστρέφει

Ακόμα και σήμερα, τα ελάχιστα τελευταία ανοιχτά τμήματα των ποταμών της Αθήνας δεν προστατεύονται, δεν αναδεικνύονται, δεν καθαρίζονται, δεν αποτελούν σημεία χαλάρωσης και επαφής των ανθρώπων με το υγρό στοιχείο και δεν επιτελούν την αντιπλημμυρική τους λειτουργία. Το μικρό ρέμα Σαπφούς στο Μαρούσι, που συμβάλλει με τον Ποδονίφτη, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός ρέματος που διατηρούσε ακόμη ανοιχτά τμήματα με χωμάτινη κοίτη και βλάστηση, αλλά πλέον μετατρέπεται σε τεχνητό κανάλι με έργα διευθέτησης με τραπεζοειδείς διατομές και συρματοκιβώτια. Το 2021 εγκαινιάστηκε στο Μαρούσι από τον δήμαρχο και τον περιφερειάρχη μια νέα πλατεία και παιδική χαρά στην οδό Αγίου Αθανασίου, στο πρώην αμαξοστάσιο του Δήμου Αμαρουσίου. Με την πρώτη μεγάλη βροχόπτωση η πλατεία καλύφθηκε πλήρως από τα νερά του ρέματος της Σαπφούς, πάνω στη ροή του οποίου βρίσκονταν τόσο η πλατεία όσο και το πρώην αμαξοστάσιο.

Αντίστοιχα, το ρέμα της Εσχατιάς που διαρρέει Ίλιον, Καματερό, Ζεφύρι και Άνω Λιόσια, έχει υποστεί εκτεταμένη αστικοποίηση, στενώσεις, καταπατήσεις και διαδοχικές σκληρές διευθετήσεις. Έχει πλημμυρίσει επανειλημμένα τις δυτικές συνοικίες, καθώς δέχεται απορροές από την Πάρνηθα και τους συμβάλλοντες κλάδους της μέσα σε μια πυκνοδομημένη λεκάνη. Σήμερα ολοκληρώνονται νέα έργα διευθέτησης. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολιτικής που επιχειρεί να διορθώσει με μεγαλύτερους τεχνικούς αγωγούς τις συνέπειες της προηγούμενης καταστροφής του φυσικού υδρογραφικού δικτύου.

Τα ρέματα Αγίας Αικατερίνης και Σούρες – Μάνδρα αποτελούν ίσως το πιο ακραίο παράδειγμα. Η επέκταση της Μάνδρας κατέλαβε τη φυσική δίοδο των δύο χειμάρρων: τμήματα της κοίτης στένεψαν ή εξαφανίστηκαν κάτω από δρόμους, κτίρια και άλλες εγκαταστάσεις. Μελέτη του ΕΜΠ για την πλημμύρα του 2017 αναφέρει ότι το ρέμα Αγίας Αικατερίνης φτάνει «εκφυλισμένο» κοντά στην πόλη, αφού προηγουμένως συγκεντρώνει τα νερά μιας ορεινής λεκάνης περίπου 20 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Η διακοπή της φυσικής συνέχειας της κοίτης συνέβαλε καθοριστικά στη διοχέτευση των νερών μέσα στον οικισμό κατά τη φονική πλημμύρα του 2017. Το πρόβλημα δεν έχει εκλείψει: τον Δεκέμβριο του 2025 διακόπηκε ξανά η κυκλοφορία λόγω υπερχείλισης του ρέματος Αγίας Αικατερίνης.

Την ίδια μοίρα αντιμετωπίζουν και τα εξωαστικά ρέματα της Αττικής. Μπαζώματα, παρεμβάσεις μέσα στις κοίτες και έργα που επιδεινώνουν το πρόβλημα. Στην πραγματικότητα εξακολουθεί να κυριαρχεί μια παρωχημένη αντίληψη: το ρέμα αντιμετωπίζεται ως τεχνικός αγωγός, η παρόχθια βλάστηση ως εμπόδιο και η φυσική κοίτη ως χώρος που πρέπει να ευθυγραμμιστεί και να αποκτήσει ομοιόμορφη διατομή. Έτσι, έργα που παρουσιάζονται ως «αντιπλημμυρικά» μπορεί να αυξάνουν την ταχύτητα του νερού, να μεταφέρουν τον κίνδυνο προς τα κατάντη και να καταστρέφουν τις φυσικές λειτουργίες που περιορίζουν τις πλημμύρες. Σε αυτή την αντίληψη βοηθά και το γεγονός ότι οι μεγάλες παρεμβάσεις σημαίνουν και μεγάλα κέρδη για τις εργολαβικές εταιρείες. 

“ Ποδονίφτης ανάμεσα σε Ν. Φιλαδέλφεια και Άνω Πατήσια”

Ο αγώνας των πολιτών, η μόνη προστασία των ρεμάτων

Απέναντι σε μια Πολιτεία και μια Αυτοδιοίκηση που αντιμετωπίζει τα ρέματα με κοντόφθαλμο, χρησιμοθηρικό και ψηφοθηρικό τρόπο, κινήσεις πολιτών αγωνίζονται με κάθε τρόπο να κρατήσουν ανοιχτά τα εναπομείναντα ρέματα. Στο αφιέρωμα παρουσιάζονται πέντε χαρακτηριστικές περιπτώσεις:

Η Πικροδάφνη, το τελευταίο φυσικό ρέμα της νότιας Αθήνας, που μεγάλο μέρος της από τη λεωφόρο Βουλιαγμένης ώς τις εκβολές, απειλείται με διευθέτηση.

Οι φυσικές κοίτες που απέμειναν στον Κηφισό και τον Ποδονίφτη, οι οποίες συνεχίζουν να απειλούνται με διευθέτηση παρά την απόφαση του ΣτΕ που ακύρωσε την προηγούμενη απόπειρα διευθέτησης.

Το Μεγάλο Ρέμα Ραφήνας που συνδέει την ενδοχώρα των Μεσογείων με την παράκτια ζώνη και απειλείται από ένα έργο σε κλίμακα ολόκληρου ποταμού.

Και, τέλος, ο Ερασίνος, που διασχίζει τον προστατευόμενο υγρότοπο της Βραυρώνας και εκβάλλει δίπλα στον αρχαιολογικό χώρο του ιερού της Αρτέμιδος. Οι κάτοικοι πέτυχαν να παγώσει η χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ωστόσο ηαπειλή δεν έχει εξαλειφθεί.

 

Η Αττική χρειάζεται αλλαγή κατεύθυνσης

Οι πέντε περιπτώσεις των ρεμάτων που παρουσιάζουμε στο αφιέρωμα έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά αποκαλύπτουν το ίδιο πρόβλημα: αντί να προστατεύονται οι φυσικές κοίτες, οι πλημμυρικές ζώνες και η παρόχθια βλάστηση, εξακολουθούν να προωθούνται αποσπασματικές παρεμβάσεις που επιταχύνουν την απορροή και μεταφέρουν τον κίνδυνο προς τα κατάντη (χαμηλότερα).

Η πραγματική αντιπλημμυρική προστασία πρέπει να αρχίζει από ολόκληρη τη λεκάνη απορροής: περιορισμός της νέας δόμησης και της στεγανοποίησης του εδάφους, απομάκρυνση αυθαιρέτων και επιχωματώσεων, χώροι προσωρινής ανάσχεσης, αποκατάσταση της φυσικής κοίτης, έλεγχος της ρύπανσης και συστηματική παρακολούθηση του νερού.

Στις πόλεις του εξωτερικού αποκαλύπτονται ήδη καλυμμένα ρέματα και αποκαθίσταται η φυσική τους λειτουργία. Στην Αττική, την ίδια στιγμή, αγωνιζόμαστε να μη σκεπαστούν ή τσιμεντωθούν και όσα επέζησαν. Η προστασία τους δεν είναι πολυτέλεια, ούτε αισθητική επιλογή. Είναι ζήτημα οικολογικής ισορροπίας, δημόσιας υγείας, ποιότητας ζωής και, τελικά, ασφάλειας απέναντι στις ολοένα εντονότερες πλημμύρες.

Τα τελευταία ανοιχτά ρέματα της Αττικής δεν είναι «ανοιχτοί αγωγοί» που απομένει να διευθετηθούν, αλλά ζωντανά οικοσυστήματα και φυσικές υποδομές αντιπλημμυρικής προστασίας.

* Η Δέσποινα Σπανούδη είναι χημικός μηχανικός – περιβαλλοντολόγος και αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες προσωπικότητες των οικολογικών κινημάτων στην Ελλάδα. Έχει επικεντρώσει τη δράση της στη δημόσια διαχείριση του νερού, την προστασία των ανοιχτών ρεμάτων, τη διαχείριση αποβλήτων και την εναντίωση στις εξορύξεις