
Πέθανε σε ηλικία 87 ετών ο Στέλιος Ράμφος, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες αλλά και πιο διχαστικές μορφές της μεταπολεμικής ελληνικής διανόησης. Άφησε πίσω του περισσότερα από 30 βιβλία, εκατοντάδες διαλέξεις και παρεμβάσεις, αλλά κυρίως μια επίμονη προσπάθεια να ερμηνεύσει αυτό που θεωρούσε βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας: την αδυναμία του ατόμου να ενηλικιωθεί, να αποδεσμευτεί από την οικογένεια και να αναλάβει προσωπική ευθύνη.
Γεννημένος στην Αθήνα το 1939, σπούδασε Νομική και το 1965 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου στράφηκε στη Φιλοσοφία. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν από το 1969 έως το 1974 και επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την πτώση της δικτατορίας.
Η πολιτική του διαδρομή είναι εξίσου ενδιαφέρουσα με τη φιλοσοφική. Στα νεανικά του χρόνια συνδέθηκε με την ΕΔΑ και τη μαρξιστική Αριστερά. Ο ίδιος τοποθετούσε αυτή την περίοδο μεταξύ 17 και 23 ετών. Ήδη από το 1963, ωστόσο, είχε διακόψει τους δεσμούς του με την Αριστερά, ασκώντας κριτική στον γραφειοκρατικό της χαρακτήρα.
Στο Παρίσι άρχισε η βαθύτερη μετατόπιση της σκέψης του. Η φιλοσοφική του αναζήτηση πέρασε από τον Πλάτωνα και την αρχαία ελληνική σκέψη στην πατερική γραμματεία και την Ορθοδοξία. Συνδέθηκε με τη συζήτηση που έμεινε γνωστή ως «νεοορθοδοξία», αν και ο ίδιος αργότερα υπογράμμιζε ότι δεν υπήρξε ποτέ οργανωμένο «κίνημα νεοορθοδόξων».

Η αξία του έργου του δύσκολα αμφισβητείται, ακόμη και από όσους διαφωνούν με τις πολιτικές του θέσεις. Η συστηματική ενασχόλησή του με τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, την πατερική σκέψη και τη νεοελληνική κοινωνία, αλλά και η ικανότητά του να μεταφέρει δύσκολα φιλοσοφικά ζητήματα στον δημόσιο διάλογο, του εξασφάλισαν μια επιρροή που ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας.
Ακριβώς όμως εκεί βρίσκεται και η βασική αριστερή κριτική προς τον Ράμφο. Εκεί όπου η μαρξιστική παράδοση αναζητά τις αιτίες της κοινωνικής πραγματικότητας στις ταξικές σχέσεις, στους θεσμούς και στις υλικές συνθήκες, ο Ράμφος έστρεψε το βλέμμα στο άτομο, στην οικογένεια, στην παράδοση και στη «νοοτροπία». Για τους επικριτές του, έτσι κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις κινδύνευαν να μετατραπούν σε πρόβλημα χαρακτήρα και συλλογικής ψυχολογίας, αφήνοντας στο περιθώριο τις σχέσεις οικονομικής και κοινωνικής εξουσίας.
Η μετατόπισή του είχε και πολιτικές συνέπειες. Ο Ράμφος έγινε έντονος επικριτής του κρατισμού και της Αριστεράς, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι ο «μύθος της Αριστεράς» είχε τελειώσει. Ταυτόχρονα, η σκέψη του για την ατομική ευθύνη, την οικογένεια, την κοινωνική πειθαρχία και τον εκσυγχρονισμό βρήκε ευήκοα ώτα σε συντηρητικούς και κεντρώους κύκλους. Ο ίδιος, πάντως, αρνιόταν την κομματική ένταξη και είχε κατά καιρούς ασκήσει κριτική και στη συντηρητική Ελλάδα.

Ο Ράμφος, τελικά, δεν υπήρξε ούτε ένας απλώς «δεξιός» ούτε ένας ουδέτερος φιλόσοφος. Υπήρξε ένας διανοούμενος που μετακινήθηκε δραματικά μέσα στον ιδεολογικό χάρτη της εποχής του και επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας συζήτησε την παράδοση, την Αριστερά, τον εκσυγχρονισμό και την ευθύνη του ατόμου.
Η κληρονομιά του είναι γι’ αυτό διπλή: ένα πλούσιο και αναμφίβολα επιδραστικό φιλοσοφικό έργο και, ταυτόχρονα, μια πολιτική και ιδεολογική παρακαταθήκη που θα συνεχίσει να προκαλεί διαφωνίες. Ίσως ακριβώς αυτή η ένταση ανάμεσα στην πνευματική του σημασία και στις πολιτικές συνέπειες της σκέψης του να είναι ο πιο δίκαιος τρόπος για να αποτιμηθεί.
Κώστας Ευαγγελινός




