Όταν οι τίτλοι προηγούνται της Δικαιοσύνης: η ευθύνη του Τύπου για μια τοπική υπόθεση και η συζήτηση για τις πρακτικές τύπου SLAPP

67

 

Μια τοπική υπόθεση που απασχόλησε έντονα τη Νέα Φιλαδέλφεια τις τελευταίες ημέρες αναδεικνύει ένα ζήτημα που ξεπερνά κατά πολύ τα πρόσωπα που εμπλέκονται. Πρόκειται για τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης, το δικαίωμα κάθε πολίτη να προσφεύγει στη Δικαιοσύνη και την ευθύνη των μέσων ενημέρωσης απέναντι στην αλήθεια.

Η αφορμή ήταν η υποβολή μήνυσης για συκοφαντική δυσφήμηση μέσω διαδικτύου. Στη συνέχεια, δύο τοπικά μέσα ενημέρωσης δημοσίευσαν ότι η εγκαλούμενη «συνελήφθη» στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας. Η πληροφορία αναπαράχθηκε ευρέως, ενώ ένα από τα σχετικά δημοσιεύματα κοινοποιήθηκε και μέσω κοινωνικών δικτύων από τον ίδιο τον μηνυτή, αποκτώντας ακόμη μεγαλύτερη δημοσιότητα.

Λίγες ώρες αργότερα, η εγκαλούμενη έδωσε δημόσια μια διαφορετική εκδοχή των γεγονότων. Υποστήριξε ότι ουδέποτε συνελήφθη, αλλά προσήλθε αυτοβούλως στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα, ενημερώθηκε για την έγκληση, υπέβαλε μήνυση για ψευδή καταμήνυση και αποχώρησε χωρίς να κρατηθεί.

Το ποια είναι η ακριβής ακολουθία των πραγματικών περιστατικών αποτελεί αντικείμενο της αρμόδιας δικαστικής διαδικασίας και δεν μπορεί να προδικάζεται από κανέναν. Ωστόσο, η υπόθεση αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο καλύπτονται δημοσιογραφικά αντίστοιχα γεγονότα.

Η δημοσιογραφία δεν είναι απλή αναμετάδοση πληροφοριών. Η βασική της υποχρέωση είναι η διασταύρωση των στοιχείων, η παρουσίαση όλων των εμπλεκόμενων πλευρών και η αποφυγή διατυπώσεων που δημιουργούν βεβαιότητες πριν εξακριβωθούν τα πραγματικά περιστατικά. Ιδίως όταν πρόκειται για υποθέσεις που μπορούν να επηρεάσουν την προσωπική, επαγγελματική ή κοινωνική υπόσταση ενός ανθρώπου, η ακρίβεια δεν αποτελεί πολυτέλεια, αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση.

Ένας τίτλος που αναγγέλλει ότι κάποιος «συνελήφθη» έχει τεράστια δύναμη. Αναπαράγεται μέσα σε λίγα λεπτά, κοινοποιείται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και διαμορφώνει την πρώτη εικόνα στο κοινό. Αν στη συνέχεια προκύψει διαφορετική εκδοχή ή νέα στοιχεία, η αρχική εντύπωση σπάνια ανατρέπεται με την ίδια ένταση. Η εμπειρία δείχνει ότι η διάψευση σχεδόν ποτέ δεν ταξιδεύει τόσο γρήγορα όσο η αρχική είδηση.

Η υπόθεση αυτή επαναφέρει επίσης στο προσκήνιο μια συζήτηση που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια σε ευρωπαϊκό επίπεδο σχετικά με τις λεγόμενες SLAPP (Strategic Lawsuits Against Public Participation), δηλαδή δικαστικές ενέργειες που ενδέχεται να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά για να αποθαρρύνουν ή να ασκήσουν πίεση σε δημοσιογράφους, πολίτες ή άλλα πρόσωπα που συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη θεσπίσει ειδικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων, αναγνωρίζοντας ότι η δικαστική διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε εργαλείο περιορισμού της δημόσιας συμμετοχής.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε μήνυση ή κάθε δικαστική διαμάχη αποτελεί υπόθεση SLAPP. Κάθε πολίτης έχει συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα να προσφεύγει στη Δικαιοσύνη όταν θεωρεί ότι θίγεται. Η ύπαρξη μιας δικαστικής ενέργειας δεν αρκεί, από μόνη της, για να της αποδοθεί ο χαρακτηρισμός αυτός.

Εκείνο που μπορεί και πρέπει να συζητηθεί δημόσια είναι κάτι διαφορετικό: όταν μια δικαστική αντιπαράθεση συνοδεύεται από έντονη δημοσιότητα πριν ακόμη διαλευκανθούν τα πραγματικά γεγονότα, όταν δραματικοί τίτλοι κυριαρχούν έναντι της ψύχραιμης ενημέρωσης και όταν η μία μόνο εκδοχή προβάλλεται ως δεδομένη, δημιουργείται ένα περιβάλλον που δεν υπηρετεί ούτε την ενημέρωση ούτε τον δημόσιο διάλογο.

Τα μέσα ενημέρωσης δεν είναι προέκταση κανενός διαδίκου. Η Δικαιοσύνη θα αποφανθεί για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Η δημοσιογραφία, όμως, οφείλει να αποδεικνύει καθημερινά ότι υπηρετεί κάτι εξίσου σημαντικό: την αλήθεια, την ακρίβεια και το δικαίωμα των πολιτών να ενημερώνονται χωρίς υπερβολές, χωρίς βιαστικά συμπεράσματα και χωρίς να προηγούνται οι εντυπώσεις των γεγονότων.

Dekeleias Team

Το παρόν άρθρο δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της συγκεκριμένης δικαστικής υπόθεσης, η οποία θα κριθεί αποκλειστικά από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές. Σκοπός του είναι να συμβάλει στον δημόσιο διάλογο για τη δημοσιογραφική δεοντολογία, την ευθύνη των μέσων ενημέρωσης και τη σύγχρονη ευρωπαϊκή συζήτηση γύρω από τις πρακτικές τύπου SLAPP.