Πειραιάς: Στο πλευρό Αθήνας και Λάρισας κατά διατάξεων του νέου Κώδικα Αυτοδιοίκησης

Την ερχόμενη Πέμπτη θα εισαχθεί στην Ολομέλεια της Βουλής προς ψήφιση ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο οποίος προβλέπει, μεταξύ άλλων, την κατάργηση της «δεύτερης Κυριακής».

3

 

 

Διευρύνεται το μέτωπο των Δήμων που εκφράζουν επιφυλάξεις για τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς μετά την Αθήνα και τη Λάρισα, το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά ενέκρινε ομόφωνα ψήφισμα με το οποίο ζητά την επανεξέταση κρίσιμων διατάξεων του υπό ψήφιση νομοσχεδίου.

Στο επίκεντρο των αντιδράσεων βρίσκεται η ενίσχυση του εποπτικού και ελεγκτικού ρόλου της Κεντρικής Διοίκησης, η οποία, σύμφωνα με τους αυτοδιοικητικούς φορείς, ενδέχεται να περιορίσει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτοτέλεια των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Παράλληλα, οι Δήμοι εκφράζουν προβληματισμό για ζητήματα χρηματοδότησης, μεταφοράς αρμοδιοτήτων χωρίς σαφείς εγγυήσεις πόρων, καθώς και για ρυθμίσεις που αφορούν τις δικαστικές υποθέσεις συμβασιούχων.

Το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη ουσιαστικής ενίσχυσης των Δημοτικών Κοινοτήτων και αναβάθμισης του θεσμικού ρόλου των αιρετών της Αυτοδιοίκησης. Παρότι αναγνωρίζει ως θετική την κωδικοποίηση της νομοθεσίας, εκτιμά ότι το συνολικό σχέδιο κινείται προς ένα περισσότερο συγκεντρωτικό μοντέλο διοίκησης, σε βάρος της αποκέντρωσης και της τοπικής αυτονομίας.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο του ψηφίσματος.

Το ομόφωνο  ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιά, έχει ως εξής:
«Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που είναι στη Βουλή προς ψήφιση  περιλαμβάνει ρυθμίσεις οι οποίες επηρεάζουν το ισχύον πλαίσιο διοικητικής και οικονομικής λειτουργίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Ειδικότερα, από τη συνολική αποτίμηση των προτεινόμενων διατάξεων προκύπτει ενίσχυση του ρυθμιστικού και ελεγκτικού ρόλου της Κεντρικής Διοίκησης, ιδίως ως προς τη διαδικασία εποπτείας νομιμότητας των αποφάσεων των ΟΤΑ. Η εν λόγω εξέλιξη δύναται να έχει συνέπειες στη λειτουργική αυτοτέλεια των Δήμων, όπως αυτή αποτυπώνεται στο ισχύον συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο των άρθρων 101 και 102 του Συντάγματος καθώς και του Ευρωπαϊκού χάρτη Τοπικής Αυτονομίας .

Το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά ζητά την  επανεξέταση της διάταξης που  αφορά τις δικαστικές υποθέσεις συμβασιούχων και την υποχρέωση άσκησης ενδίκων μέσων από τους Δήμους, καθώς εγείρονται ζητήματα εφαρμογής, διοικητικής επιβάρυνσης και ενιαίας αντιμετώπισης σχετικών υποθέσεων.

Το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά  επισημαίνει ακόμα ότι η προτεινόμενη ρύθμιση για τη μεταφορά και κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Κράτους και ΟΤΑ πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 102 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων συνοδεύεται από τους αναγκαίους πόρους. Στο προτεινόμενο πλαίσιο, η εξειδίκευση των όρων χρηματοδότησης δεν αποτυπώνεται με επαρκή σαφήνεια και δεσμευτικότητα.

Επιπροσθέτως παραμένει σε ισχύ η απαράδεκτη διάταξη του άρθρου 44 του.Ν.5071/2023 με το οποίο παραμένει το  ανώτατο πλαφόν στις αποδόσεις του κρατικού προϋπολογισμού προς την Αυτοδιοίκηση και ταυτόχρονα μειώνεται αντί να μεγαλώνει η συνεισφορά του Πράσινου ταμείου προς την Αυτοδιοίκηση.

Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην ενίσχυση του ρόλου των Δημοτικών Κοινοτήτων ως βασικού θεσμικού εργαλείου πολιτικής και διοικητικής αποκέντρωσης εντός του Δήμου, με ουσιαστικές αρμοδιότητες, δυνατότητα διατύπωσης προτάσεων και ενεργότερη συμμετοχή στον σχεδιασμό και την υλοποίηση τοπικών πολιτικών που αφορούν άμεσα τις γειτονιές και τις τοπικές κοινωνίες. Ακόμα ο νέος Κώδικας δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει ουσιαστικά το διαχρονικό αίτημα αναβάθμισης της καταστατικής θέσης του αιρετού πολιτικού προσωπικού της Αυτοδιοίκησης, παρά τη συνεχή διεύρυνση των ευθυνών και των απαιτήσεων που επιφορτίζονται τα αιρετά όργανα χωρίς αντίστοιχη θεσμική ενίσχυση

Τέλος, αναγνωρίζεται ότι η κωδικοποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί θετική νομοτεχνική παρέμβαση. Ωστόσο, από την αξιολόγηση του συνολικού σχεδίου δεν προκύπτει πλήρης αναμόρφωση του συστήματος αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων και πόρων, αλλά ένα συγκεντρωτικό μοντέλο με ενίσχυση του κρατικού ελέγχου και υποτίμησης της σημασίας και του έργου της Αυτοδιοίκησης».