Δαρσακλή Χαρά: Η Τοπική Αυτοδιοίκηση ανάμεσα στην Συμμετοχή και την Κυβερνησιμότητα – Η αλλαγή του εκλογικού νόμου Μεταρρύθμιση ή οπισθοδρόμηση;

Η μετατόπιση από την απλή στην ενισχυμένη αναλογική και οι συνέπειες για τον πολιτικό πλουραλισμό και τη λειτουργία των Ο.Τ.Α. Η αλλαγή του εκλογικού νόμου στην τοπική αυτοδιοίκηση: Μεταρρύθμιση ή οπισθοδρόμηση;

1

 

Η μετατόπιση από την απλή στην ενισχυμένη αναλογική και οι συνέπειες για τον πολιτικό πλουραλισμό και τη λειτουργία των Ο.Τ.Α.

Η αλλαγή του εκλογικού νόμου στην τοπική αυτοδιοίκηση: Μεταρρύθμιση ή οπισθοδρόμηση;

Η πρόσφατη αναγγελθείσα  αλλαγή του εκλογικού νόμου στην τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί μια απόφαση με βαρύνουσες πολιτικές και θεσμικές συνέπειες. Δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική προσαρμογή στους εκλογικούς κανόνες, αλλά για μια ριζική αναδιάρθρωση της πολιτικής λειτουργίας των δήμων και των περιφερειών. Το ερώτημα είναι σαφές: επιχειρούμε μια μεταρρύθμιση με στόχο τη σταθερότητα ή οδηγούμαστε σε οπισθοδρόμηση περιορίζοντας τη δημοκρατική έκφραση;

Με τον “Κλεισθένη” (Ν. 4555/2018) εφαρμόστηκε η απλή αναλογική. Το σύστημα αυτό, παρότι δημιούργησε δυσκολίες στη διοίκηση πολλών ΟΤΑ, έδωσε φωνή σε περισσότερες παρατάξεις, ενίσχυσε τη διαφάνεια και απαίτησε συναινέσεις. Η επιστροφή στην ενισχυμένη αναλογική (Ν. 4804/2021), με πριμοδότηση της παράταξης του δημάρχου ή του περιφερειάρχη ακόμη και με ποσοστά μόλις πάνω από το 40%, επαναφέρει την κυριαρχία των μεγάλων σχηματισμών.

Η κυβερνησιμότητα, ασφαλώς, είναι κρίσιμο ζητούμενο. Όμως, πόσο μακριά μπορούμε να την προτάσσουμε έναντι της συμμετοχής και της αντιπροσώπευσης; Οι μικρές και ανεξάρτητες κινήσεις συρρικνώνονται, ενώ οι τοπικές κοινωνίες χάνουν την πολυφωνία που χαρακτηρίζει τη δημοκρατική τους έκφραση. Παράλληλα, ενισχύεται το δημαρχοκεντρικό μοντέλο, με συγκέντρωση εξουσιών σε πρόσωπα και όχι σε θεσμούς.

Η σταθερότητα των κανόνων είναι εξίσου σημαντική. Η συνεχής αλλαγή του εκλογικού νόμου κάθε λίγα χρόνια υπονομεύει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και γεννά καχυποψία για εργαλειοποίηση των μεταρρυθμίσεων από τις εκάστοτε κυβερνήσεις.

Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι ο πυλώνας της καθημερινής δημοκρατίας. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πεδίο πειραματισμών ή μικροκομματικής ωφέλειας. Ο εκλογικός νόμος οφείλει να ενθαρρύνει τη συμμετοχή, την εκπροσώπηση και τη συνεργασία — όχι να φιμώνει φωνές και να διαιωνίζει την κυριαρχία των ισχυρών.

Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, η κοινωνία των πολιτών, οι αυτοδιοικητικοί και οι νομικοί φορείς καλούνται να συμμετάσχουν ενεργά στον διάλογο. Η επόμενη αλλαγή, αν υπάρξει, πρέπει να βασιστεί σε ευρεία συναίνεση και θεσμική σοβαρότητα.

Η δημοκρατία χτίζεται από κάτω προς τα πάνω. Κάθε ψήφος πρέπει να έχει αξία και κάθε φωνή να μπορεί να ακούγεται.

Η αλλαγή του εκλογικού νόμου στην τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί ένα κομβικό σημείο μεταβολής στη λειτουργία των θεσμών της αποκεντρωμένης διακυβέρνησης. Δεν πρόκειται για μια απλή τροποποίηση τεχνικού χαρακτήρα, αλλά για μια διαδικασία που δύναται να μεταβάλλει την ίδια τη φύση της πολιτικής εκπροσώπησης, της διαβούλευσης και της λήψης αποφάσεων σε επίπεδο δήμων και περιφερειών.

Το βασικό σημείο διαφοροποίησης στις τελευταίες μεταρρυθμίσεις αφορά το εκλογικό σύστημα: από την απλή αναλογική του “Κλεισθένη” (Ν. 4555/2018) μεταβήκαμε εκ νέου στην ενισχυμένη αναλογική μέσω του νόμου 4804/2021. Η απλή αναλογική προέτασσε τη δημοκρατική εκπροσώπηση και την ανάγκη για ευρύτερες συναινέσεις, ενώ ο νέος νόμος πριμοδοτεί την παράταξη του δημάρχου ή του περιφερειάρχη με απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, ακόμη και με ποσοστά λίγο άνω του 40%.

Η ενισχυμένη αναλογική εξασφαλίζει κυβερνησιμότητα, διευκολύνοντας την εφαρμογή προγραμμάτων χωρίς συνεχείς διαπραγματεύσεις με την αντιπολίτευση. Ωστόσο, περιορίζει τη δυνατότητα συμμετοχής μικρότερων παρατάξεων στη διαμόρφωση πολιτικής, ενισχύοντας τον συγκεντρωτισμό.

Η ενίσχυση δημαρχοκεντρικού μοντέλου.

Η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας οδηγεί σε μια πιο προσωποπαγή λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης, γεγονός που εγκυμονεί κινδύνους για τη λογοδοσία και τη διαφάνεια.

Μείωση της συμμετοχής και το αυξημένο πλαφόν εισόδου και η άνιση κατανομή εδρών αποθαρρύνουν ανεξάρτητες κινήσεις και τοπικά σχήματα, περιορίζοντας τον πολιτικό ανταγωνισμό και την εκπροσώπηση κοινωνικών μειονοτήτων ή ειδικών συμφερόντων.

Η αλλεπάλληλη αλλαγή του εκλογικού νόμου δημιουργεί ερωτήματα για τη σταθερότητα και τη θεσμική συνέχεια. Η προβλεψιμότητα του εκλογικού πλαισίου αποτελεί βασικό πυλώνα της συνταγματικής τάξης και της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς.

Η επιλογή εκλογικού συστήματος στην τοπική αυτοδιοίκηση δεν είναι ουδέτερη. Καθορίζει τη φιλοσοφία της διακυβέρνησης: συμμετοχική και πλουραλιστική ή αποτελεσματική και συγκεντρωτική. Η ισορροπία ανάμεσα στη δημοκρατική εκπροσώπηση και την αποτελεσματική διοίκηση είναι το ζητούμενο. Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται ευρύτερη πολιτική συναίνεση και όχι εργαλειακές μεταρρυθμίσεις με σκοπό την ενίσχυση των εκάστοτε κυβερνώντων.

Η τοπική αυτοδιοίκηση δεν είναι ο χώρος για πειραματισμούς, αλλά το θεμέλιο της δημοκρατίας σε τοπικό επίπεδο. Ο εκλογικός νόμος οφείλει να την ενισχύει, όχι να τη χειραγωγεί.

 

Δαρσακλή Χαρά

Εκπαιδευτικός Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης

ΕΝΕΡΓΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ