
Υπάρχουν συνεντεύξεις που διαβάζονται. Και υπάρχουν κι εκείνες που νιώθονται.
Η κουβέντα μας με τον Χρήστο Τριανταφύλλου, σε ένα καφέ της Νέας Φιλαδέλφειας, ήταν μια επιστροφή στις ρίζες, στις φωνές των παππούδων και των γιαγιάδων μας, στις μυρωδιές της κουζίνας και στις μνήμες που δεν έγιναν ποτέ απλή ιστορία.
Με λόγια ήρεμα, αλλά γεμάτα βάθος, μιλά για τη γιαγιά Άννα, τον παππού Χρήστο, τη «δεύτερη» νονά του Παρασκευή, ανθρώπους που του έμαθαν τι σημαίνει αξιοπρέπεια, μνήμη και συνέχεια. Μιλά για τον Σύνδεσμο Μικρασιατών όχι ως ρόλο, αλλά ως κομμάτι ζωής. Για τις δυσκολίες, τις πικρίες, αλλά και τις στιγμές που δικαιώνουν κάθε προσπάθεια – όταν τα μάτια των παιδιών φωτίζονται από απορίες και ενδιαφέρον.

Χρήστο, πώς ξεκίνησαν όλα για σένα με τον Σύνδεσμο; Το είχες φανταστεί ποτέ ότι θα γινόταν τόσο μεγάλο κομμάτι της ζωής σου;
Μεγάλο ρόλο στο να ξεκινήσω να ασχολούμαι με τον Σύνδεσμο και γενικά με τον μικρασιατικό πολιτισμό, έπαιξε η γιαγιά μου, η Άννα, και η μητέρα μου.
Η μητέρα μου μπορεί να μην έχει μικρασιατική καταγωγή, όμως μεγάλωσε σε οικογένεια με μικρασιατικές καταβολές. Ζούσε δίπλα σε Μικρασιάτες και από μικρό παιδί μου πέρασε αυτή την κουλτούρα. Με έμαθε να σέβομαι την ιστορία τους, αλλά και πρακτικά με έβαλε μέσα στην κουζίνα και μου έμαθε να φτιάχνω όλα τα μικρασιάτικα γλυκά και φαγητά.
Όμως η γιαγιά μου ήταν εκείνη που μου «άναψε» μέσα μου τη φλόγα. Πάντα μου έλεγε: «Μην αφήσεις να χαθεί η ιστορία του μικρασιατικού πολιτισμού.»
Μου έλεγε κάτι που το κουβαλάω σαν ευθύνη: «Είσαι από αυτούς που μπορούν να μεταλαμπαδεύσουν την ιστορία του».
Μου έλεγε ιστορίες της καθημερινότητας στη Μικρά Ασία, μου μιλούσε για τα ήθη και τα έθιμα των Ελλήνων εκεί, για τη ζωή τους, τις χαρές τους, τις δυσκολίες τους. Αυτά κρατάω μέχρι και σήμερα σαν παρακαταθήκη.
Στον Σύνδεσμο μπήκα αρχικά σαν απλό μέλος. Στην πορεία, όμως, ήρθε η στιγμή που ο κόσμος με τίμησε και εξελέγην πρόεδρος. Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά ότι με το που ανέλαβα, ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα ήταν να αναβαθμίσω το πολιτιστικό περιοδικό του Συνδέσμου. Το έκανα ένα κανονικό, επαγγελματικό περιοδικό, που μέσα του φιλοξενούσε μαρτυρίες Μικρασιατών από όλη την Ελλάδα, ήθη και έθιμα, αλλά και άρθρα για τη ζωή των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.
Παράλληλα, έφτιαξα με δικά μου χρήματα παραδοσιακές ενδυμασίες, γιατί πίστευα και πιστεύω ότι η παράδοση πρέπει να φαίνεται, να ζει μπροστά στα μάτια των ανθρώπων, όχι να μένει μόνο σε φωτογραφίες.
Διοργάνωσα επίσης πολλές σημαντικές ομιλίες και εκδηλώσεις στην πόλη για τη Μικρά Ασία, είναι πραγματικά πολλές για να τις αναφέρω όλες. Θυμάμαι όμως με ιδιαίτερη συγκίνηση ότι δύο φορές ήρθε καλεσμένη του Συνδέσμου Μικρασιατών στην πόλη μας η κ. Ελένη Γλύκαντζη Αρβελέρ για να μιλήσει για την Μικρά Ασία, κάτι που για εμάς ήταν πολύ μεγάλη τιμή.
Θα σας πω όμως και μία αλήθεια. Όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με τον πολιτισμό της Μικράς Ασίας, ένιωσα μια πικρία. Όσο κι αν προσπαθείς για κάτι καλό, υπάρχουν κάποιοι που μπορεί να σου κάνουν «πόλεμο», επειδή ανέδειξες λίγο περισσότερο τον Σύνδεσμο και τον τρόπο λειτουργίας του. Αυτά όμως πέρασαν. Κοιτάω μπροστά. Συνεχίζω και προσπαθώ να μείνει η φλόγα του πολιτισμού της Μικράς Ασίας αναμμένη.
Μετά από τόσα χρόνια, ναι, μπορώ να πω ότι ο Σύνδεσμος έγινε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Να σας πω την αλήθεια, δεν το φανταζόμουν. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα πάρει τέτοια έκταση. Το μόνο που είχα και έχω στο μυαλό μου είναι τα λόγια της γιαγιάς μου:
Να συνεχίσω τη μεταλαμπάδευση της ιστορίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.

Στο σπίτι, όταν μεγάλωνες, υπήρχε κάποια ιστορία ή κάποιο πρόσωπο από τη Μικρά Ασία που ακουγόταν συχνά και σε σημάδεψε;
Όταν μεγαλώνεις σε μια οικογένεια όπου υπήρχε παππούς από την Καισάρεια και γιαγιά από τη Σμύρνη, δεν γίνεται να υπάρχει μόνο μία ιστορία που να σε σημαδέψει. Είναι πολλές. Είναι πρόσωπα, στιγμές, κουβέντες που τις κουβαλάς μέσα σου χωρίς να το καταλαβαίνεις.
Για μένα, τα πρόσωπα που με σημάδεψαν ήταν τρία.
Τα πρώτα δύο ήταν, η γιαγιά μου Άννα Τριανταφύλλου και ο παππούς μου Χρήστος Τριανταφύλλου. Μέχρι σχεδόν τα εφηβικά μου χρόνια, ήταν οι άνθρωποι που άκουγα περισσότερο. Δεν μου μιλούσαν πάντα με ιστορίες (υπήρχαν όμως και αυτές), αλλά μιλούσαν μέσα από την καθημερινότητα τους, τον τρόπο που ζούσαν. Ένιωθες τι είχαν περάσει, τι είχαν χάσει και πόση δύναμη χρειάστηκε για να ξανασταθούν στα πόδια τους. Και όλο αυτό, χωρίς να το κάνουν δραματικό. Με μια ήρεμη αξιοπρέπεια και νοσταλγία.
Μετά, ήρθε και το τρίτο πρόσωπο: η Παρασκευή Τσαπόγα, η δεύτερη νονά μου (όχι η πραγματική, αλλά έτσι την έλεγα εγώ. Η κανονική νονά μου με το που με βάφτισε, λίγο μετά εξαφανίστηκε) ήταν αυτή που μου έδωσε κάτι ουσιαστικό, μια συνέχεια, μια παρουσία, και πολλές ιστορίες. Όχι μόνο για τη Μικρά Ασία, αλλά και για τη ζωή γενικότερα.
Αν το σκεφτώ σήμερα, αυτό που μου άφησαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν μόνο οι αφηγήσεις. Ήταν η αίσθηση ότι η Μικρά Ασία δεν ήταν κάτι «μακρινό», κάτι σαν μάθημα ιστορίας. Ήταν κάτι ζωντανό μέσα στο σπίτι. Στον τρόπο που μιλούσαν, στον τρόπο που θυμόντουσαν, αλλά και στον τρόπο που προχωρούσαν μπροστά. Και αυτό είναι που με σημάδεψε περισσότερο απ’ όλα.

Μετά από τόσα χρόνια και αυτή την πολυετή προσπάθεια, υπάρχει μια στιγμή που, όταν τη σκέφτεσαι, λες “ναι, γι’ αυτό το κάνουμε όλο αυτό”;
Ναι, υπάρχει αυτή η στιγμή.
Κάθε φορά που μπαίνω σε μια τάξη γυμνασίου, λυκείου και προβάλλω κάποιο ντοκιμαντέρ αφιλοκερδώς και δωρεάν για τους μαθητές, που αφορά τον πολιτισμό της Μικράς Ασίας. Βλέπω στα μάτια των παιδιών κάτι που με συγκινεί. Το ενδιαφέρον; Οι απορίες; Η ανάγκη να καταλάβουν; Δεν ξέρω πιο να ξεχωρίσω.
Με συγκινεί που όταν τελειώνει η προβολή, σηκώνουν το χέρι τους και ρωτούν: «μα γιατί έγινε αυτό;», «πώς ζούσαν τότε;», «τι πέρασαν οι άνθρωποι;», «έχω και εγώ καταγωγή από τη Μικρά Ασία; Η προγιαγιά μου ήταν από τη Σμύρνη.» Εκεί λέω μέσα μου: Ναι, γι’ αυτό το κάνουμε όλο αυτό.
Η μεταλαμπάδευση του μικρασιατικού πολιτισμού δεν είναι απλά μια αφήγηση του παρελθόντος. Είναι μνήμη, ταυτότητα, ρίζες. Είναι τα ήθη, τα έθιμα, οι ιστορίες και οι μαρτυρίες των γιαγιάδων και των παππούδων μας που δεν πρέπει να χαθούν.
Νιώθω πως αυτός είναι ο σκοπός. Να μείνει ζωντανή η ιστορία των προγόνων μας, να μην γίνει μια παράγραφος σε ένα βιβλίο, αλλά κάτι που θα περάσει στους νέους ανθρώπους, ώστε να θυμούνται, να σέβονται και να συνεχίζουν. Όσο υπάρχουν παιδιά που μαθαίνουν και ρωτούν, ξέρω πως αξίζει κάθε προσπάθεια.
Η κουζίνα φαίνεται πως είναι ένας από τους πιο ζωντανούς τρόπους να κρατιέται η μνήμη — και να πούμε την αλήθεια, εμείς έχουμε δοκιμάσει τον Καππαδοκικό χαλβά σου! Πόσο σημαντικό είναι για σένα το φαγητό ως γέφυρα με το παρελθόν;
Είμαι πραγματικά πολύ χαρούμενος που δοκιμάσατε εσείς, αλλά και αρκετοί δημότες μας, τον Καππαδοκικό χαλβά μου. Είναι μεγάλη μου τιμή, γιατί βλέπω ότι αυτό που φτιάχνω με αγάπη, πιάνει τόπο και μένει στη μνήμη των ανθρώπων. Η αλήθεια είναι πως σχεδόν σε κάθε εκδήλωση που διοργανώνει ο Σύνδεσμος Μικρασιατών, η πρώτη ερώτηση που μου κάνουν είναι: «Θα μας φτιάξεις και τον ωραίο χαλβά σου;»
Με την πρώτη ευκαιρία μάλλον θα πρέπει να δημοσιεύσουμε την συνταγή!
Και να σας πω κάτι; Ναι, μου αρέσει πολύ αυτό. Μου αρέσει που όλο αυτό το έχετε συνδυάσει με τον Σύνδεσμο Μικρασιατών και προσωπικά με εμένα. Είναι σαν να έχει γίνει ένα μικρό «σήμα κατατεθέν» μας και νιώθω πως, με έναν απλό τρόπο, κρατάμε κάτι ζωντανό.
Για μένα το φαγητό είναι κάτι παραπάνω από μια ωραία γεύση. Είναι μια γέφυρα με το παρελθόν. Γιατί μέσα σε μια συνταγή υπάρχει ιστορία. Υπάρχει οικογένεια. Υπάρχουν αναμνήσεις. Υπάρχει ο τρόπος που μεγάλωσαν οι άνθρωποι, που μοιράζονταν το φαγητό τους, που κρατούσαν την αξιοπρέπειά τους μέσα στις δυσκολίες. Μια μυρωδιά, ένα μπαχαρικό, ένας συνδυασμός υλικών, μπορούν να σε ταξιδέψουν πίσω σε εποχές που δεν έζησες, αλλά τις κουβαλάς μέσα σου.
Όπως γνωρίζετε, δεν είναι κάτι που το βλέπω επιφανειακά. Έχω κάνει έρευνα και έχω εκδώσει βιβλίο με τίτλο «ΤΑΞΙΜΙΑ ΑΠΟ ΜΠΑΧΑΡΙ» από τις εκδόσεις Περίπλους, που αφορά τη διατροφή των Ελλήνων της Ιωνίας και της Καππαδοκίας. Μάλιστα, στο βιβλίο, εκτός από την έρευνα που έκανα, υπάρχουν παραδοσιακές μικρασιατικές συνταγές, αλλά και διάφορα μυστικά της κουζίνας των γυναικών της Μικράς Ασίας, που ήταν οι πραγματικές «φύλακες» της παράδοσης μέσα στο σπίτι. Οπότε ναι, για μένα το φαγητό είναι τρόπος να θυμόμαστε.
Είναι τρόπος να τιμάμε τους προγόνους μας. Είναι ένας πολύ όμορφος, ανθρώπινος τρόπος να περνάμε την ιστορία στις επόμενες γενιές, όχι μόνο με λόγια, αλλά με γεύσεις που έχουν ψυχή.

Ωραία με την μαγειρική, αλλά για πες μας τώρα με τόση δράση και τρέξιμο, πώς βρίσκεις τις ισορροπίες στην καθημερινότητά σου; Υπάρχουν στιγμές που κουράζεσαι ή πάντα κάτι σε τραβάει πίσω στον Σύνδεσμο;
Η αλήθεια είναι πως πιστεύω ότι έχω βρει τις ισορροπίες στην καθημερινότητά μου. Δεν είναι πάντα εύκολο, γιατί όταν έχεις πολλή δράση και τρέξιμο, η καθημερινότητα μπορεί πολύ εύκολα να σε «καταπιεί».
Φυσικά και υπάρχουν στιγμές που κουράζομαι. Και σωματικά και ψυχικά. Υπάρχουν μέρες που λέω «να κάνω μία παύση», που νιώθω ότι δεν έχω άλλες αντοχές ή ότι θέλω απλώς να μείνω λίγο ήσυχα χωρίς πρόγραμμα και υποχρεώσεις.
Πάντα όμως κάτι με τραβάει πίσω στον Σύνδεσμο. Μία ιδέα, μία πρόταση για κάποια εκδήλωση. Δεν είναι ότι δεν θέλω να ξεκουραστώ, είναι ότι νιώθω πως εκεί υπάρχει ένας λόγος. Μια ευθύνη, μια συνέχεια. Σαν να κουβαλάς κάτι που δεν είναι μόνο δικό σου, αλλά είναι ιστορία, άνθρωποι, μνήμες κι ένα «χρέος» με την καλή έννοια.
Οπότε ναι, κουράζομαι. Αλλά κάθε φορά που σκέφτομαι να κάνω μία παύση ξεκούρασης, κάτι συμβαίνει, μια ανάγκη, μια δράση, ένας άνθρωπος που σε χρειάζεται, μια στιγμή που σε γεμίζει. Εκεί δεν μπορώ παρά να πω «πάμε πάλι».
Και τελικά, αυτό είναι που με κρατάει, όχι η υποχρέωση, αλλά το δέσιμο.

Τι γίνεται με τους νέους και ειδικά με την τρίτη γενιά προσφυγικής καταγωγής; Τους βλέπεις να πλησιάζουν τον Σύνδεσμο και τι πιστεύεις ότι χρειάζεται για να νιώσουν πως αυτός ο χώρος τούς ανήκει;
Νομίζω πως οι νέοι έχουν μέσα τους κάτι πολύ δυνατό, απλώς εκφράζεται αλλιώς. Δεν κουβαλάνε το βίωμα όπως οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, αλλά κουβαλάνε την ανάγκη να καταλάβουν από πού έρχονται και γιατί η ιστορία του Μικρασιατικού Ελληνισμού έχει ακόμα σημασία.
Τους βλέπω να πλησιάζουν τον Σύνδεσμο, ναι. Όχι πάντα μαζικά και όχι πάντα με τον «παραδοσιακό» τρόπο, αλλά όταν τους δοθεί η ευκαιρία και νιώσουν ότι δεν είναι απλώς θεατές, τότε έρχονται. Όταν έρθουν, πολλές φορές πιστεύω ότι συγκινούνται πιο πολύ απ’ όσο περίμεναν οι ίδιοι.
Και αυτό δεν το λέω θεωρητικά. Όπως γνωρίζετε, στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συνδέσμου υπάρχουν ήδη και μέλη ηλικίας 19-20 χρονών, με δική μου προτροπή, γιατί πιστεύω πραγματικά ότι οι νέοι πρέπει να είναι μέσα στα πράγματα, όχι απ’ έξω.
Για να νιώσουν όμως ότι αυτός ο χώρος είναι και δικός τους, πιστεύω ότι χρειάζονται κυρίως τρία πράγματα:
Πρώτον, να τους ακούμε. Όχι μόνο να τους λέμε «έλα για βοήθεια», αλλά να τους δίνουμε χώρο να μιλήσουν, να προτείνουν και να εκφραστούν.
Δεύτερον, να τους δώσουμε την ευκαιρία να συνδεθούν προσωπικά. Όχι μόνο μέσα από εκδηλώσεις, αλλά μέσα από ιστορίες, βιώματα, μουσικές, γεύσεις, φωτογραφίες και πράγματα που τους κάνουν να πουν «α, αυτό είναι δικό μου».
Και τρίτον, να τους εμπιστευτούμε. Να τους δώσουμε ρόλο, συμμετοχή, ευθύνη. Όταν ένας νέος νιώσει ότι δεν είναι απλά «ο επόμενος στη σειρά», αλλά κομμάτι του τώρα, τότε δένεται.
Για μένα ο Σύνδεσμος δεν είναι μόνο μνήμη. Είναι και μέλλον. Και το μέλλον αυτό, πρέπει να έχει μέσα του και τη φωνή της νέας γενιάς.
Ευχαριστούμε Χρήστο και ευχόμαστε ένα δημιουργικό 2026
Σας ευχαριστώ και εγώ για το χρόνο και το χώρο που μου διαθέσατε .
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
- ΦΩΤΟ 1: Χρήστος Τριανταφύλλου στη συνέντευξη
- ΦΩΤΟ 2: Μέλη του Συνδέσμου Μικρασιατών Ν.Φ-Ν.Χ με παραδοσιακές ενδυμασίες
- ΦΩΤΟ 3: Χρήστος Τριανταφύλλου με παραδοσιακή ενδυμασία
- ΦΩΤΟ 4: Από αριστερά: Γιαγιά Άννα Τριανταφύλλου, Παππούς Χρήστος Τριανταφύλλου, Νονά Παρασκευή Τσαπόγα.
- ΦΩΤΟ 5: Με την μητέρα μου Μαρία Τριανταφύλλου
- ΦΩΤΟ 6: Μέλη του Συνδέσμου Μικρασιατών Ν.Φ-Ν.Χ με παραδοσιακές ενδυμασίες




