Δίκτυο Γυναικών ΝΦΝΧ: Στην Ελλάδα του 2026, η μητρότητα, στο μεγαλύτερο ποσοστό, αποτελεί ιδιωτική υπόθεση της γυναίκας.

19

 

 

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΕΝΑ ΤΡΑΓΙΚΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ

«Η κόρη μου δούλευε νυχτερινή βάρδια για να μπορεί να είναι με το παιδί της το πρωί.»
Τα λόγια της τραγικής μητέρας μιας από τις εργαζόμενες που σκοτώθηκαν στην έκρηξη του εργοστασίου Βιολάντα.

Σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται η διπλή καταπίεση της σύγχρονης εργαζόμενης μητέρας: ταξική και έμφυλη.

Στην Ελλάδα του 2026, η μητρότητα, στο μεγαλύτερο ποσοστό, αποτελεί ιδιωτική υπόθεση της γυναίκας. Το κράτος, η αγορά εργασίας και η κοινωνία λειτουργούν σαν να μην υπάρχουν παιδιά, σαν να μην υπάρχει φροντίδα.

Οι νέες μητέρες αναγκάζονται να ακροβατούν μεταξύ βάρδιας εργασίας, συγγενών (μητέρα, θείες, μπαμπάς, ακόμη και γιαγιά ή παππούς), παιδικών σταθμών, με χαμηλούς μισθούς που δεν φτάνουν.

Οι γιαγιάδες —συνήθως μητέρα της μητέρας αλλά πολύ συχνά και του πατέρα— δουλεύουν τις πιο σκληρές υπερωρίες της ζωής τους, φροντίζοντας και μεγαλώνοντας τα εγγόνια.

Σε πολλά νέα ζευγάρια είναι διαδεδομένο να μην ζουν κοινή ζωή. Ο ένας συναντά τον άλλο στην πόρτα του σπιτιού, αλλάζοντας βάρδιες. Ο ένας δουλεύει το πρωί, ο άλλος το απόγευμα. Ο ένας το βράδυ, ο άλλος την ημέρα.

Η νυχτερινή βάρδια εμφανίζεται ως «λύση» για να μπορεί η μητέρα να κρατήσει το παιδί της. Αλλά αλήθεια, είναι αυτή επιλογή;

Η μητρότητα στην Ελλάδα είναι πρόβλημα. Οι γυναίκες στην πλειοψηφία τους δεν έχουν την πολυτέλεια της τηλεργασίας, των ιδιωτικών παιδικών σταθμών, των νταντάδων ή της ευέλικτης απασχόλησης. Διαχρονικά στους χώρους εργασίας είναι αυτές με τους χαμηλότερους μισθούς αναλογικά με τη θέση και τον όγκο της προσφοράς, ενώ είναι και οι πρώτες που απολύονται.

Πρόσφατα ψηφίστηκε νόμος που επιτρέπει στον εργοδότη να απαιτήσει 13ωρο και από αυτές. Ένας αληθινός εργασιακός μεσαίωνας.

Η επιλογή της νυχτερινής βάρδιας δεν είναι «ευελιξία». Είναι αποτέλεσμα ενός κοινωνικού κράτους που απουσιάζει, που δεν αναγνωρίζει τη φροντίδα ως εργασία.

Και κάποιοι θα σκεφτούν: «Μα δεν υπάρχουν σήμερα δημόσιοι παιδικοί σταθμοί;»
Υπάρχουν. Αλλά επαρκούν; Πόσοι βρεφονηπιακοί σταθμοί καλύπτουν τις ανάγκες; Ακολουθεί το ωράριό τους το ωράριο των εργαζόμενων γονέων; Πόσο συχνά κλείνουν με άνωθεν εντολή; Πρόσφατα, τα σχολεία δεν λειτούργησαν με εντολή της περιφέρειας, και παντού ακουγόταν: «Κι εγώ τι θα κάνω με το παιδί;»

Κι από την άλλη, η κοινωνία συνεχίζει να θεωρεί ότι η φροντίδα είναι φυσικό —και αποκλειστικό— καθήκον της γυναίκας. Η μητέρα είναι αυτή που «πρέπει» να είναι με το παιδί.

Η γυναίκα βιώνει πολλαπλές βάρδιες: στη δουλειά και στο σπίτι. Η μητρότητα, που τόσο εξυμνείται —φροντίδα, συναισθηματική προσφορά, οικιακή εργασία— παραμένει αόρατη και απλήρωτη.

Πόσο υποκριτικό αλήθεια στην Ελλάδα, οι πολιτικοί να μιλούν συχνά για υπογεννητικότητα, δημογραφικό πρόβλημα και «στήριξη της οικογένειας». Αυτά αφορούν το αγέννητο παιδί, όχι το γεννημένο.

Γιατί το γεννημένο παιδί ζει σε μια χώρα με ανεπαρκείς δημόσιους παιδικούς σταθμούς, ελλιπή κοινωνική φροντίδα, μηδαμινή υποστήριξη για μονογονεϊκές και εργατικές οικογένειες, εργασιακές πολιτικές που αγνοούν τη μητρότητα και ελάχιστη προστασία για εργαζόμενες μητέρες.

Η μητέρα καλείται να λύσει μόνη της ένα πρόβλημα που είναι κοινωνικό.

Η κρατική αδιαφορία για το γεννημένο παιδί αντικατοπτρίζει το υποκριτικό ενδιαφέρον για το αγέννητο παιδί.

Όταν μια μητέρα δουλεύει νύχτα για να είναι με το παιδί της την ημέρα, αυτό δεν είναι θυσία που πρέπει να εξυμνούμε.

Είναι ολοσχερής κοινωνική αποτυχία.

Αν μια κοινωνία θέλει παιδιά, πρέπει πρώτα να θέλει μητέρες ζωντανές, ασφαλείς, αξιοπρεπείς.

Η μητρότητα δεν είναι ατομική ηρωική πράξη.
Είναι κοινωνική υποδομή.

Η γυναίκα-μητέρα στην Ελλάδα υφίσταται διπλή καταπίεση:

ως εργαζόμενη και ως γυναίκα.

Και αυτή η καταπίεση δεν είναι φυσικός νόμος.

Είναι πολιτική επιλογή

Νέα Φιλαδέλφεια 29/1/2026